resilience
Pronunciation
/ɹɪˈzɪɫiəns/, /ɹɪˈzɪɫjəns/

Ορισμός και σημασία του "resilience"στα αγγλικά

01

ανθεκτικότητα

the ability to recover from difficult situations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The resilience of the human spirit can be seen in those who overcome adversity to achieve their dreams.
Η ανθεκτικότητα του ανθρώπινου πνεύματος μπορεί να φανεί σε εκείνους που ξεπερνούν τις δυσκολίες για να καταφέρουν τα όνειρά τους.
02

ελαστικότητα, ανθεκτικότητα

the ability to bounce back after being stretched or compressed
Παραδείγματα
The resilience of the foam in the mattress helps it provide comfort while quickly bouncing back after use.
Η ελαστικότητα του αφρού στο στρώμα βοηθά στην παροχή άνεσης ενώ επανέρχεται γρήγορα μετά τη χρήση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store