Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reserved
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reserved
συγκριτικός βαθμός
more reserved
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She appeared reserved, but she was warm and kind once you got to know her.
Φαινόταν συνεσταμένη, αλλά ήταν ζεστή και καλή μόλις την γνώριζες.
02
κατοχυρωμένος
kept or set apart for a specific purpose or person, typically booked or set aside in advance
Παραδείγματα
He booked a reserved spot on the train to ensure a comfortable journey.
Κράτησε μια κρατημένη θέση στο τρένο για να εξασφαλίσει μια άνετη διαδρομή.
Λεξικό Δέντρο
reservedly
unreserved
reserved
reserve



























