resentment
Pronunciation
/ɹɪˈzɛnmənt/, /ɹɪˈzɛntmənt/

Ορισμός και σημασία του "resentment"στα αγγλικά

01

δυσαρέσκεια, πικρία

a lasting feeling of anger or bitterness because of unfair treatment
resentment definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Deep resentment over the decision continued to shape the community's response.
Η βαθιά δυσαρέσκεια για την απόφαση συνέχισε να διαμορφώνει την αντίδραση της κοινότητας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store