Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to repute
01
θεωρώ, κρίνω
to consider or regard someone or something in a particular way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
repute
γ΄ ενικό πρόσωπο
reputes
ενεστώτα μετοχή
reputing
απλός αόριστος
reputed
παθητική μετοχή
reputed
Παραδείγματα
Many people repute him as a generous philanthropist due to his charitable donations.
Πολλοί άνθρωποι τον θεωρούν γενναιόδωρο φιλάνθρωπο λόγω των φιλανθρωπικών του δωρεών.
Repute
01
φήμη, υπόληψη
the opinion that people have of someone because of their deeds
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
φήμη, υπόληψη
the general opinion that is held by people about someone or something
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
reputed
repute



























