to repute
re
ri
pute
ˈpju:t
pyoot
refute

Ορισμός και σημασία του "repute"στα αγγλικά

to repute
01

θεωρώ, κρίνω

to consider or regard someone or something in a particular way 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
repute
γ΄ ενικό πρόσωπο
reputes
ενεστώτα μετοχή
reputing
απλός αόριστος
reputed
παθητική μετοχή
reputed
Παραδείγματα
Many people repute him as a generous philanthropist due to his charitable donations. 

Πολλοί άνθρωποι τον θεωρούν γενναιόδωρο φιλάνθρωπο λόγω των φιλανθρωπικών του δωρεών.

01

φήμη, υπόληψη

the opinion that people have of someone because of their deeds 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02

φήμη, υπόληψη

the general opinion that is held by people about someone or something 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

reputed
repute
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store