to repute
Pronunciation
/ɹipˈjut/

Ορισμός και σημασία του "repute"στα αγγλικά

to repute
01

θεωρώ, κρίνω

to consider or regard someone or something in a particular way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
repute
γ΄ ενικό πρόσωπο
reputes
ενεστώτα μετοχή
reputing
απλός αόριστος
reputed
παθητική μετοχή
reputed
Παραδείγματα
They will repute the new CEO as a capable and dynamic leader based on her track record.
Θα θεωρήσουν τον νέο CEO ως έναν ικανό και δυναμικό ηγέτη με βάση το ιστορικό του.
01

φήμη, υπόληψη

the opinion that people have of someone because of their deeds
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

φήμη, υπόληψη

the general opinion that is held by people about someone or something
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store