Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reproach
01
επιπλήττω, κατηγορώ
to blame someone for a mistake they made
Transitive: to reproach sb for a mistake
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reproach
γ΄ ενικό πρόσωπο
reproaches
ενεστώτα μετοχή
reproaching
απλός αόριστος
reproached
παθητική μετοχή
reproached
Παραδείγματα
Disappointed by his actions, she couldn't help but reproach her brother for neglecting his responsibilities.
Απογοητευμένη από τις πράξεις του, δεν μπορούσε παρά να επικρίνει τον αδελφό της για την αμέλεια των υποχρεώσεων του.
Reproach
01
μέμψη, ελαφριά επίπληξη
an expression of mild blame
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reproaches
Παραδείγματα
Her tone carried a hint of reproach.
Ο τόνος της έφερε έναν υπαινιγμό επιπλήξεως.
02
ντροπή, ατιμία
a state of shame or dishonor
Παραδείγματα
The scandal was a reproach to the government.
Το σκάνδαλο ήταν ένας επίπληξη στην κυβέρνηση.
Λεξικό Δέντρο
reproacher
reproach



























