to reproach
rep
ˈrɪp
rip
roach
rəʊʧ
rewch
encroachapproachabroachcaroche

Ορισμός και σημασία του "reproach"στα αγγλικά

to reproach
01

επιπλήττω, κατηγορώ

to blame someone for a mistake they made 
Transitive: to reproach sb for a mistake
to reproach definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reproach
γ΄ ενικό πρόσωπο
reproaches
ενεστώτα μετοχή
reproaching
απλός αόριστος
reproached
παθητική μετοχή
reproached
Παραδείγματα
Disappointed by his actions, she couldn't help but reproach her brother for neglecting his responsibilities. 

Απογοητευμένη από τις πράξεις του, δεν μπορούσε παρά να επικρίνει τον αδελφό της για την αμέλεια των υποχρεώσεων του.

01

μέμψη, ελαφριά επίπληξη

an expression of mild blame 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reproaches
Παραδείγματα
Her tone carried a hint of reproach. 

Ο τόνος της έφερε έναν υπαινιγμό επιπλήξεως.

02

ντροπή, ατιμία

a state of shame or dishonor 
Παραδείγματα
The scandal was a reproach to the government. 

Το σκάνδαλο ήταν ένας επίπληξη στην κυβέρνηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store