Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reproach
01
επιπλήττω, κατηγορώ
to blame someone for a mistake they made
Transitive: to reproach sb for a mistake
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reproach
γ΄ ενικό πρόσωπο
reproaches
ενεστώτα μετοχή
reproaching
απλός αόριστος
reproached
παθητική μετοχή
reproached
Παραδείγματα
The mother reproached her child for the rude behavior towards a classmate.
Η μητέρα επέπληξε το παιδί της για την αγενή συμπεριφορά προς έναν συμμαθητή.
Reproach
01
μέμψη, ελαφριά επίπληξη
an expression of mild blame
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reproaches
Παραδείγματα
A note of reproach lingered in his voice.
Μια νότα μέμψης παρέμενε στη φωνή του.
02
ντροπή, ατιμία
a state of shame or dishonor
Παραδείγματα
He lived in reproach after the betrayal.
Έζησε στη ντροπή μετά την προδοσία.
Λεξικό Δέντρο
reproacher
reproach



























