Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reprise
01
επαναλαμβάνω, εκτελώ ξανά
to repeat or perform again, especially a musical or theatrical piece
Transitive: to reprise a performance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reprise
γ΄ ενικό πρόσωπο
reprises
ενεστώτα μετοχή
reprising
απλός αόριστος
reprised
παθητική μετοχή
reprised
Παραδείγματα
The actor reprised his character for the sequel.
Ο ηθοποιός επανέλαβε τον χαρακτήρα του για τη συνέχεια.



























