reposition
Pronunciation
/ˌɹipəˈzɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "reposition"στα αγγλικά

01

αναθεώρηση θέσης, κατάθεση σε αποθήκη

depositing in a warehouse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
repositions
to reposition
01

ανατοποθετώ, μετακινώ

place into another position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
reposition
γ΄ ενικό πρόσωπο
repositions
ενεστώτα μετοχή
repositioning
απλός αόριστος
repositioned
παθητική μετοχή
repositioned
02

ανατοποθετώ, αλλάζω θέση

change place or direction

Λεξικό Δέντρο

reposition
position
posit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store