to replant
Pronunciation
/ɹiˈpɫænt/

Ορισμός και σημασία του "replant"στα αγγλικά

to replant
01

ξαναφυτεύω, φυτεύω εκ νέου

plant again or anew
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
replant
γ΄ ενικό πρόσωπο
replants
ενεστώτα μετοχή
replanting
απλός αόριστος
replanted
παθητική μετοχή
replanted
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store