Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to replant
01
ξαναφυτεύω, φυτεύω εκ νέου
plant again or anew
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
replant
γ΄ ενικό πρόσωπο
replants
ενεστώτα μετοχή
replanting
απλός αόριστος
replanted
παθητική μετοχή
replanted
Λεξικό Δέντρο
replant
plant



























