to replant
re
ri:
ri
plant
ˈplɑ:nt
plaant
regnantenchantdiscantrecant

Ορισμός και σημασία του "replant"στα αγγλικά

to replant
01

ξαναφυτεύω, φυτεύω εκ νέου

plant again or anew 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
replant
γ΄ ενικό πρόσωπο
replants
ενεστώτα μετοχή
replanting
απλός αόριστος
replanted
παθητική μετοχή
replanted

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

replant
plant
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store