repine
re
ρι
pine
ˈpaɪn
παιν
/ɹɪpˈaɪn/

Ορισμός και σημασία του "repine"στα αγγλικά

to repine
01

παραπονιέμαι, μετανιώνω

to either feel or display dissatisfaction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
repine
γ΄ ενικό πρόσωπο
repines
ενεστώτα μετοχή
repining
απλός αόριστος
repined
παθητική μετοχή
repined
Παραδείγματα
Tomorrow, they will be repining about the results of the recent review.
Αύριο, θα παραπονιούνται για τα αποτελέσματα της πρόσφατης αναθεώρησης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store