Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to repine
01
παραπονιέμαι, μετανιώνω
to either feel or display dissatisfaction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
repine
γ΄ ενικό πρόσωπο
repines
ενεστώτα μετοχή
repining
απλός αόριστος
repined
παθητική μετοχή
repined
Παραδείγματα
She repined over the missed opportunity for weeks.
Εκείνη παραπονιόταν για εβδομάδες για τη χαμένη ευκαιρία.



























