Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to repine
01
παραπονιέμαι, μετανιώνω
to either feel or display dissatisfaction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
repine
γ΄ ενικό πρόσωπο
repines
ενεστώτα μετοχή
repining
απλός αόριστος
repined
παθητική μετοχή
repined
Παραδείγματα
Tomorrow, they will be repining about the results of the recent review.
Αύριο, θα παραπονιούνται για τα αποτελέσματα της πρόσφατης αναθεώρησης.



























