to repine
re
ρι
pine
ˈpaɪn
παιν
relinerefinerapine

Ορισμός και σημασία του "repine"στα αγγλικά

to repine
01

παραπονιέμαι, μετανιώνω

to either feel or display dissatisfaction 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
repine
γ΄ ενικό πρόσωπο
repines
ενεστώτα μετοχή
repining
απλός αόριστος
repined
παθητική μετοχή
repined
Παραδείγματα
She repined over the missed opportunity for weeks. 

Εκείνη παραπονιόταν για εβδομάδες για τη χαμένη ευκαιρία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store