Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rephrase
01
αναδιατυπώνω, εκφράζω με διαφορετικούς όρους
to say something again using different words or structure while keeping the original meaning
Transitive: to rephrase one's words or ideas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rephrase
γ΄ ενικό πρόσωπο
rephrases
ενεστώτα μετοχή
rephrasing
απλός αόριστος
rephrased
παθητική μετοχή
rephrased
Παραδείγματα
After receiving feedback, she decided to rephrase her essay for clarity.
Μετά τη λήψη σχολίων, αποφάσισε να αναδιατυπώσει την έκθεσή της για σαφήνεια.
Λεξικό Δέντρο
rephrase
phrase



























