Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rephrase
01
αναδιατυπώνω, εκφράζω με διαφορετικούς όρους
to say something again using different words or structure while keeping the original meaning
Transitive: to rephrase one's words or ideas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rephrase
γ΄ ενικό πρόσωπο
rephrases
ενεστώτα μετοχή
rephrasing
απλός αόριστος
rephrased
παθητική μετοχή
rephrased
Παραδείγματα
During the interview, he quickly rephrased his response to provide a clearer answer.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, επανέφρασε γρήγορα την απάντησή του για να δώσει μια πιο σαφή απάντηση.
Λεξικό Δέντρο
rephrase
phrase



























