Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Renovation
01
ανακαίνιση, αποκατάσταση
the process or action of making a building or a piece of furniture look good again by repairing or painting it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
ανακαίνιση, αποκατάσταση
the state of being restored to its former good condition



























