Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to renounce
01
παραιτούμαι, εγκαταλείπω
leave (a job, post, or position) voluntarily
02
αποποιούμαι, απαρνούμαι
to reject or disown something previously accepted or claimed, often in a formal or public manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
renounce
γ΄ ενικό πρόσωπο
renounces
ενεστώτα μετοχή
renouncing
απλός αόριστος
renounced
παθητική μετοχή
renounced
Παραδείγματα
After the scandal, she renounced her association with the company.
Μετά το σκάνδαλο, αποκήρυξε τη σχέση της με την εταιρεία.
03
αποποιούμαι, εγκαταλείπω
turn away from; give up
04
παραιτούμαι, αποποιούμαι
to resign from power or duties
Λεξικό Δέντρο
renouncement
renounce



























