Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
renewed
01
ανανεωμένος, αποκατεστημένος
restored to a new condition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most renewed
συγκριτικός βαθμός
more renewed
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
unrenewed
renewed
renew



























