renewed
renewed
rɪnju:d
rinyood
extrudebedewedaccruedexclude

Ορισμός και σημασία του "renewed"στα αγγλικά

01

ανανεωμένος, αποκατεστημένος

restored to a new condition 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most renewed
συγκριτικός βαθμός
more renewed
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

unrenewed
renewed
renew
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store