reminiscent
re
ˌrɛ
ρε
mi
μα
nisc
ˈnɪs
νισ
ent
ənt
αντ
/ɹˌɛmɪnˈɪsənt/

Ορισμός και σημασία του "reminiscent"στα αγγλικά

reminiscent
01

απομνημονευτικός, που θυμίζει

having a quality that brings back memories or suggests something familiar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reminiscent
συγκριτικός βαθμός
more reminiscent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The actress 's performance was reminiscent of classic Hollywood glamour.
Η ερμηνεία της ηθοποιού ήταν αναμνηστική της κλασικής γκλάμουρ του Χόλιγουντ.

Λεξικό Δέντρο

reminiscently
reminiscent
reminisce
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store