remedial
re
ri:
ri
me
mi:
mi
dial
diəl
diēl
redial

Ορισμός και σημασία του "remedial"στα αγγλικά

01

διορθωτικός, αναπληρωματικός

intending to correct or improve a thing that is unsuccessful or wrong 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most remedial
συγκριτικός βαθμός
more remedial
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The school offered remedial classes to help students improve their reading skills. 

Το σχολείο προσέφερε επιμορφωτικά μαθήματα για να βοηθήσει τους μαθητές να βελτιώσουν τις δεξιότητες ανάγνωσής τους.

02

θεραπευτικός, ιατρικός

related to treatments or actions that aim to fix or improve health issues 
Παραδείγματα
Antibiotics are commonly used as remedial treatment for bacterial infections. 

Τα αντιβιοτικά χρησιμοποιούνται συνήθως ως θεραπευτική αγωγή για βακτηριακές λοιμώξεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store