remaining
Pronunciation
/ɹiˈmeɪnɪŋ/, /ɹɪˈmeɪnɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "remaining"στα αγγλικά

01

υπόλοιπος, καταλειπόμενος

not yet used, consumed, or dealt with
remaining definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most remaining
συγκριτικός βαθμός
more remaining
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The remaining time before the deadline is less than an hour.
Ο υπολειπόμενος χρόνος πριν από την προθεσμία είναι λιγότερο από μία ώρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store