remaining
re
ri
mai
ˈmeɪ
mei
ning
nɪng
ning
remakingrefiningrecliningregaining

Ορισμός και σημασία του "remaining"στα αγγλικά

01

υπόλοιπος, καταλειπόμενος

not yet used, consumed, or dealt with 
remaining definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most remaining
συγκριτικός βαθμός
more remaining
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The remaining slices of pizza were saved for later. 

Τα υπόλοιπα κομμάτια πίτσας φυλάχτηκαν για αργότερα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store