Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rely
01
βασίζομαι σε, εξαρτώμαι από
to fully depend on someone or something
Παραδείγματα
I ca n’t rely on my phone ’s battery for the whole trip.
Δεν μπορώ να βασιστώ στην μπαταρία του τηλεφώνου μου για όλο το ταξίδι.
Λεξικό Δέντρο
reliance
reliant
rely



























