to rely
Pronunciation
/ɹiˈɫaɪ/, /ɹɪˈɫaɪ/

Ορισμός και σημασία του "rely"στα αγγλικά

to rely
01

βασίζομαι σε, εξαρτώμαι από

to fully depend on someone or something
to rely definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
rely
ενεστώτας
rely on
γ΄ ενικό πρόσωπο
relies on
ενεστώτα μετοχή
relying on
απλός αόριστος
relied on
παθητική μετοχή
relied on
Παραδείγματα
I ca n’t rely on my phone ’s battery for the whole trip.
Δεν μπορώ να βασιστώ στην μπαταρία του τηλεφώνου μου για όλο το ταξίδι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store