Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to relocate
01
μετακομίζω, εγκαθίσταμαι
to settle or establish oneself in a different place or position
Intransitive: to relocate somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
relocate
γ΄ ενικό πρόσωπο
relocates
ενεστώτα μετοχή
relocating
απλός αόριστος
relocated
παθητική μετοχή
relocated
Παραδείγματα
After accepting a job offer in a different city, Sarah decided to relocate to pursue new career opportunities.
Αφού δέχτηκε μια προσφορά εργασίας σε μια διαφορετική πόλη, η Σάρα αποφάσισε να μετακομίσει για να ακολουθήσει νέες επαγγελματικές ευκαιρίες.
02
μετακομίζω, ανατοποθετώ
to move to a new place or position
Transitive: to relocate sb/sth
Παραδείγματα
The company decided to relocate its headquarters to a more centralized location.
Η εταιρεία αποφάσισε να μεταφέρει την έδρα της σε μια πιο κεντρική τοποθεσία.
Λεξικό Δέντρο
relocated
relocate
locate
loc



























