to relocate
re
ˌri:
ri
lo
ləʊ
lew
cate
ˈkeɪt
keit
relegatereallocate

Ορισμός και σημασία του "relocate"στα αγγλικά

to relocate
01

μετακομίζω, εγκαθίσταμαι

to settle or establish oneself in a different place or position 
Intransitive: to relocate somewhere
to relocate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
relocate
γ΄ ενικό πρόσωπο
relocates
ενεστώτα μετοχή
relocating
απλός αόριστος
relocated
παθητική μετοχή
relocated
Παραδείγματα
After accepting a job offer in a different city, Sarah decided to relocate to pursue new career opportunities. 

Αφού δέχτηκε μια προσφορά εργασίας σε μια διαφορετική πόλη, η Σάρα αποφάσισε να μετακομίσει για να ακολουθήσει νέες επαγγελματικές ευκαιρίες.

02

μετακομίζω, ανατοποθετώ

to move to a new place or position 
Transitive: to relocate sb/sth
to relocate definition and meaning
Παραδείγματα
The company decided to relocate its headquarters to a more centralized location. 

Η εταιρεία αποφάσισε να μεταφέρει την έδρα της σε μια πιο κεντρική τοποθεσία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

relocated
relocate
locate
loc
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store