Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to accrete
01
αυξάνομαι μαζί, ενώνομαι και μεγαλώνω
grow together (of plants and organs)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
accrete
γ΄ ενικό πρόσωπο
accretes
ενεστώτα μετοχή
accreting
απλός αόριστος
accreted
παθητική μετοχή
accreted
02
αυξάνομαι σταδιακά, συσσωρεύομαι με το πέρασμα του χρόνου
to gradually grow or increase by adding layers or parts over time
Παραδείγματα
Coral reefs accrete over time as coral polyps build upon the calcium carbonate skeletons of previous generations.
Τα κοραλλιογενή ύφαλα αυξάνονται με το πέρασμα του χρόνου καθώς οι κοράλλιοι πολύποδες χτίζουν πάνω στα σκελετά από ανθρακικό ασβέστιο των προηγούμενων γενεών.
Λεξικό Δέντρο
accretion
accretive
accrete



























