Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to accrete
01
αυξάνομαι μαζί, ενώνομαι και μεγαλώνω
grow together (of plants and organs)
02
αυξάνομαι σταδιακά, συσσωρεύομαι με το πέρασμα του χρόνου
to gradually grow or increase by adding layers or parts over time
Παραδείγματα
Language evolves as new words and meanings accrete into the lexicon over generations.
Η γλώσσα εξελίσσεται καθώς νέες λέξεις και έννοιες συσσωρεύονται στο λεξιλόγιο μέσα από τις γενιές.
Λεξικό Δέντρο
accretion
accretive
accrete



























