religion
re
ρι
li
ˈlɪ
λι
gion
ʤən
τζαν
/rɪˈlɪdʒən/

Ορισμός και σημασία του "religion"στα αγγλικά

01

θρησκεία, πίστη

the belief in a higher power such as a god and the activities it involves or requires
religion definition and meaning
Παραδείγματα
She practices her religion by attending weekly services and participating in community outreach.
Πρακτικάρει τη θρησκεία της παρακολουθώντας τις εβδομαδιαίες λειτουργίες και συμμετέχοντας σε κοινωνικές δράσεις.
1.1

θρησκεία, λατρεία

an organized institution that expresses belief in a divine power
Παραδείγματα
The religion has numerous rituals and ceremonies that are integral to its practice.
Η θρησκεία έχει πολλές τελετές και τελετουργίες που είναι αναπόσπαστα μέρος της πρακτικής της.
1.2

θρησκεία, πάθος

an activity or interest that someone pursues with great passion and commitment
Παραδείγματα
The meticulous care he puts into his car is a religion to him, washing and detailing it every week.
Η σχολαστική φροντίδα που δίνει στο αυτοκίνητό του είναι μια θρησκεία γι' αυτόν, πλένoντάς το και επεξεργαζόμενος τις λεπτομέρειές του κάθε εβδομάδα.

Λεξικό Δέντρο

irreligion
religionism
religionist
religion
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store