Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Reliever
01
αναπληρωματικός ρίπτης, ρήλιβερ
a pitcher who comes into the game from the bullpen to replace another pitcher
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
relievers
Παραδείγματα
The reliever struck out the last batter to end the inning.
Ο αναπληρωματικός έβγαλε έξω τον τελευταίο χτύπημα για να τελειώσει το inning.
02
αναπληρωτής, αντικαταστάτης
someone who takes the place of another (as when things get dangerous or difficult)
03
ανακουφιστής, καθησυχαστικός
a person who reduces the intensity (e.g., of fears) and calms and pacifies
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
reliever
relieve



























