Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Relievo
01
ανάγλυφο, γλυπτό σε ανάγλυφο
sculpture consisting of shapes carved on a surface so as to stand out from the surrounding background
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
relievos



























