Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reliable
01
αξιόπιστος, εύπιστος
able to be trusted to perform consistently well and meet expectations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reliable
συγκριτικός βαθμός
more reliable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He's reliable, always delivering on his promises and consistently producing quality work.
Είναι αξιόπιστος, πάντα εκπληρώνει τις υποσχέσεις του και παράγει σταθερά ποιοτική εργασία.
02
αξιόπιστος, ασφαλής
utter or do something surprising
03
αξιόπιστος, εύπιστος
based on sound reasoning or evidence and can be trusted to be accurate
04
αξιόπιστος, έμπιστος
consistently truthful and trustworthy in words and actions
Παραδείγματα
His reliable testimony helped uncover the facts of the case.
Η αξιόπιστη κατάθεσή του βοήθησε να αποκαλυφθούν τα γεγονότα της υπόθεσης.
Λεξικό Δέντρο
reliableness
reliably
unreliable
reliable
liable



























