rejoicing
re
ri
joi
ˈʤɔɪ
joy
cing
sɪng
sing
/ɹɪd‍ʒˈɔ‍ɪsɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "rejoicing"στα αγγλικά

01

χαρά, αγαλλίαση

a feeling or expression of great happiness or joy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Their victory was met with loud rejoicing.
Η νίκη τους συναντήθηκε με δυνατό αγαλλίαση.
02

χαρά, ευφροσύνη

the utterance of sounds expressing great joy
01

θριαμβευτικός, αγαλλιασμένος

joyful and proud especially because of triumph or success
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rejoicing
συγκριτικός βαθμός
more rejoicing
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

rejoicing
rejoice
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store