Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rejoicing
01
χαρά, αγαλλίαση
a feeling or expression of great happiness or joy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Their victory was met with loud rejoicing.
Η νίκη τους συναντήθηκε με δυνατό αγαλλίαση.
02
χαρά, ευφροσύνη
the utterance of sounds expressing great joy
rejoicing
01
θριαμβευτικός, αγαλλιασμένος
joyful and proud especially because of triumph or success
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rejoicing
συγκριτικός βαθμός
more rejoicing
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
rejoicing
rejoice



























