to rejoice
re
ri
joice
ˈʤɔɪs
joys
devoicechoicevoice
rejoyce

Ορισμός και σημασία του "rejoice"στα αγγλικά

to rejoice
01

χαίρομαι, αγάλλομαι

to feel or show great joy, delight, or happiness 
Intransitive
to rejoice definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
rejoice
γ΄ ενικό πρόσωπο
rejoices
ενεστώτα μετοχή
rejoicing
απλός αόριστος
rejoiced
παθητική μετοχή
rejoiced
Παραδείγματα
The students rejoice when the teacher announces a surprise break from class. 

Οι μαθητές χαιρόμαστε όταν ο δάσκαλος ανακοινώνει μια έκπληξη διάλειμμα από το μάθημα.

Λεξικό Δέντρο

rejoicing
rejoicing
rejoice
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store