Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rejoice
01
χαίρομαι, αγάλλομαι
to feel or show great joy, delight, or happiness
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
rejoice
γ΄ ενικό πρόσωπο
rejoices
ενεστώτα μετοχή
rejoicing
απλός αόριστος
rejoiced
παθητική μετοχή
rejoiced
Παραδείγματα
It is essential that individuals rejoice in the achievements of their peers.
Είναι απαραίτητο τα άτομα να χαίρονται τις επιτυχίες των συνομηλίκων τους.
Λεξικό Δέντρο
rejoicing
rejoicing
rejoice



























