Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rejoice
01
χαίρομαι, αγάλλομαι
to feel or show great joy, delight, or happiness
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
rejoice
γ΄ ενικό πρόσωπο
rejoices
ενεστώτα μετοχή
rejoicing
απλός αόριστος
rejoiced
παθητική μετοχή
rejoiced
Παραδείγματα
The students rejoice when the teacher announces a surprise break from class.
Οι μαθητές χαιρόμαστε όταν ο δάσκαλος ανακοινώνει μια έκπληξη διάλειμμα από το μάθημα.
Λεξικό Δέντρο
rejoicing
rejoicing
rejoice



























