Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reinstate
01
αποκαθιστώ, επανεντάσσω
to restore someone or something to a previous state or position, especially after a temporary suspension or removal
Transitive: to reinstate sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reinstate
γ΄ ενικό πρόσωπο
reinstates
ενεστώτα μετοχή
reinstating
απλός αόριστος
reinstated
παθητική μετοχή
reinstated
Παραδείγματα
After a thorough investigation, the company decided to reinstate the employee to his previous position.
Μετά από μια διεξοδική έρευνα, η εταιρεία αποφάσισε να επανεντάξει τον υπάλληλο στην προηγούμενη θέση του.
02
αποκαθιστώ, επανεγκαθιστώ
to restore something to its former state or condition
Transitive: to reinstate sth
Παραδείγματα
After repairs, they reinstated the bridge for public use.
Μετά τις επισκευές, επανέφεραν τη γέφυρα για δημόσια χρήση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
reinstatement
reinstate



























