Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reheat
01
ξαναζεσταίνω, θερμαίνω ξανά
to warm previously cooked food
Transitive: to reheat food
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reheat
γ΄ ενικό πρόσωπο
reheats
ενεστώτα μετοχή
reheating
απλός αόριστος
reheated
παθητική μετοχή
reheated
Παραδείγματα
She reheated yesterday's leftovers for lunch.
Αυτή ξαναζέστανε τα χθεσινά απομεινάρια για το μεσημεριανό.
Λεξικό Δέντρο
reheat
heat



























