to reheat
re
ri:
ri
heat
ˈhi:t
hit
repeatreseat

Ορισμός και σημασία του "reheat"στα αγγλικά

to reheat
01

ξαναζεσταίνω, θερμαίνω ξανά

to warm previously cooked food 
Transitive: to reheat food
to reheat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reheat
γ΄ ενικό πρόσωπο
reheats
ενεστώτα μετοχή
reheating
απλός αόριστος
reheated
παθητική μετοχή
reheated
Παραδείγματα
She reheated yesterday's leftovers for lunch. 

Αυτή ξαναζέστανε τα χθεσινά απομεινάρια για το μεσημεριανό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store