Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rehabilitative
01
αποκαταστατικός, αποθεραπευτικός
aimed at restoring or improving physical or mental function after injury, illness, or addiction
Παραδείγματα
The prison system aims to provide rehabilitative services to help inmates reintegrate into society upon release.
Το σύστημα των φυλακών στοχεύει στην παροχή υπηρεσιών αποκατάστασης για να βοηθήσει τους κρατούμενους να επανενταχθούν στην κοινωνία μετά την απελευθέρωσή τους.
02
αποκαταστατικός, αποθεραπευτικός
helping to restore to good condition
Λεξικό Δέντρο
rehabilitative
rehabilitate
habilitate



























