rehabilitative
Pronunciation
/ˌɹiəˈbɪɫəˌteɪtɪv/, /ˌɹihəˈbɪɫəˌteɪtɪv/

Ορισμός και σημασία του "rehabilitative"στα αγγλικά

rehabilitative
01

αποκαταστατικός, αποθεραπευτικός

aimed at restoring or improving physical or mental function after injury, illness, or addiction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The prison system aims to provide rehabilitative services to help inmates reintegrate into society upon release.
Το σύστημα των φυλακών στοχεύει στην παροχή υπηρεσιών αποκατάστασης για να βοηθήσει τους κρατούμενους να επανενταχθούν στην κοινωνία μετά την απελευθέρωσή τους.
02

αποκαταστατικός, αποθεραπευτικός

helping to restore to good condition

Λεξικό Δέντρο

rehabilitative
rehabilitate
habilitate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store