rehabilitative
re
ˌri:
ri
ha
bi
ˈbɪ
bi
li
li
ta
tive
tɪv
tiv

Ορισμός και σημασία του "rehabilitative"στα αγγλικά

rehabilitative
01

αποκαταστατικός, αποθεραπευτικός

aimed at restoring or improving physical or mental function after injury, illness, or addiction 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She underwent rehabilitative therapy to regain strength and mobility after her surgery. 

Υπέστη αποκαταστατική θεραπεία για να ανακτήσει τη δύναμη και την κινητικότητά της μετά την εγχείρησή της.

02

αποκαταστατικός, αποθεραπευτικός

helping to restore to good condition 

Λεξικό Δέντρο

rehabilitative
rehabilitate
habilitate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store