Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
regretfully
01
δυστυχώς, με λύπη
used to express a sense of sorrow or remorse
Παραδείγματα
She regretfully accepted that the project would need additional time to meet the desired quality standards.
Δυστυχώς δέχτηκε ότι το έργο θα χρειαζόταν επιπλέον χρόνο για να ανταποκριθεί στα επιθυμητά πρότυπα ποιότητας.
Λεξικό Δέντρο
regretfully
regretful
regret



























