Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Regress
01
οπισθοδρόμηση, επιστροφή σε προηγούμενη κατάσταση
returning to a former state
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
regresses
02
οπισθοδρόμηση
the reasoning involved when you assume the conclusion is true and reason backward to the evidence
to regress
01
οπισθοδρομώ, επιστρέφω σε προηγούμενη συμπεριφορά
to move back to an earlier pattern of behavior that was problematic, or immature
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
regress
γ΄ ενικό πρόσωπο
regresses
ενεστώτα μετοχή
regressing
απλός αόριστος
regressed
παθητική μετοχή
regressed
Παραδείγματα
After months of therapy, his anger issues regressed when life stresses overwhelmed his coping skills.
Μετά από μήνες θεραπείας, τα ζητήματα θυμού του οπισθοχώρησαν όταν οι στρεσογόνοι παράγοντες της ζωής υπερνίκησαν τις δεξιότητες αντιμετώπισής του.
02
οπισθοδρομώ, επιδεινώνομαι
get worse or fall back to a previous condition
03
οπισθοχωρώ, επιστρέφω σε προηγούμενη κατάσταση
to go back to a previous state or condition
Παραδείγματα
After a rainy spell, the water levels regressed back to normal heights.
Μετά από μια βροχερή περίοδο, τα επίπεδα του νερού επέστρεψαν σε κανονικά ύψη.
04
οπισθοχωρώ, επιστρέφω στον στατιστικό μέσο όρο
go back to a statistical means



























