regress
Pronunciation
/ˈɹiɡɹɛs/, /ɹɪˈɡɹɛs/

Ορισμός και σημασία του "regress"στα αγγλικά

01

οπισθοδρόμηση, επιστροφή σε προηγούμενη κατάσταση

returning to a former state
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

οπισθοδρόμηση

the reasoning involved when you assume the conclusion is true and reason backward to the evidence
to regress
01

οπισθοδρομώ, επιστρέφω σε προηγούμενη συμπεριφορά

to move back to an earlier pattern of behavior that was problematic, or immature
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
regress
γ΄ ενικό πρόσωπο
regresses
ενεστώτα μετοχή
regressing
απλός αόριστος
regressed
παθητική μετοχή
regressed
Παραδείγματα
The patient had regressed to her addictive behaviors after a relapse triggered old traumatic memories.
Ο ασθενής είχε οπισθοχωρήσει στις εθιστικές του συμπεριφορές μετά από μια υποτροπή που πυροδότησε παλιά τραυματικά μνημονικά.
02

οπισθοδρομώ, επιδεινώνομαι

get worse or fall back to a previous condition
03

οπισθοχωρώ, επιστρέφω σε προηγούμενη κατάσταση

to go back to a previous state or condition
Παραδείγματα
Facing drops in sales, the business regressed back to part-time staffing models.
Αντιμετωπίζοντας πτώση στις πωλήσεις, η επιχείρηση οπισθοχώρησε σε μοντέλα μερικής απασχόλησης.
04

οπισθοχωρώ, επιστρέφω στον στατιστικό μέσο όρο

go back to a statistical means
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store