Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
regressive
01
οπισθοδρομικός, παλινδρομικός
having a tendency to return to a less developed or earlier state
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most regressive
συγκριτικός βαθμός
more regressive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The regressive nature of the project caused the team to lose momentum and fall behind schedule.
Η οπισθοδρομική φύση του έργου προκάλεσε την ομάδα να χάσει την ορμή της και να καθυστερήσει σε σχέση με το χρονοδιάγραμμα.
02
παλινδρομικός, πτωτικός
(of taxes) adjusted so that the rate decreases as the amount of income increases
Λεξικό Δέντρο
regressive
regre



























