Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
regressive
01
οπισθοδρομικός, παλινδρομικός
having a tendency to return to a less developed or earlier state
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most regressive
συγκριτικός βαθμός
more regressive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The regressive tax policy disproportionately affected low-income families.
Η οπισθοδρομική φορολογική πολιτική επηρέασε δυσανάλογα τις οικογένειες με χαμηλά εισοδήματα.
02
παλινδρομικός, πτωτικός
(of taxes) adjusted so that the rate decreases as the amount of income increases
Λεξικό Δέντρο
regressive
regre



























