Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Refrigeration
01
ψύξη, κατάψυξη
the process of cooling or freezing (e.g., food) for preservative purposes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
θεραπευτική υποθερμία, θεραπευτική ψύξη
(medicine) the deliberate lowering of body temperature for treatment or surgery
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
refrigeration
refrigerate
refriger



























