Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
refreshingly
01
αναζωογονητικά, δροσιστικά
in a way that makes one feel less tired or more energetic
Παραδείγματα
A brisk walk in the morning air can be refreshingly invigorating.
Ένας γρήγορος περίπατος στον πρωινό αέρα μπορεί να είναι αναζωογονητικά ενθαρρυντικός.
02
αναζωογονητικά, με ένα ευχάριστα πρωτότυπο τρόπο
in a pleasantly novel manner
Λεξικό Δέντρο
refreshingly
refreshing
refresh



























