accouterment
a
ə
ē
ccou
ˈku:
koo
ter
ment
mənt
mēnt
accoutrement

Ορισμός και σημασία του "accouterment"στα αγγλικά

01

αξεσουάρ, εξοπλισμός

an additional item or clothing for a specific activity 
accouterment definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
accouterments
Παραδείγματα
The soldier's uniform was complete with all necessary accouterments, including a helmet, rifle, and canteen. 

Η στολή του στρατιώτη ήταν πλήρης με όλα τα απαραίτητα αξεσουάρ, συμπεριλαμβανομένου κράνος, τουφέκι και φλασκί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

accouterment
accouter
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store