Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Accouterment
01
αξεσουάρ, εξοπλισμός
an additional item or clothing for a specific activity
Παραδείγματα
The magician 's act was accompanied by various accouterments, including decks of cards, silk scarves, and a top hat.
Η παράσταση του μάγου συνοδεύτηκε από διάφορα αξεσουάρ, συμπεριλαμβανομένων πακέτων από χαρτιά, μεταξωτές μαντήλες και ένα ψηλό καπέλο.
Λεξικό Δέντρο
accouterment
accouter



























