Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reek
01
βρομάω, δυσωδώ
to emit a strong and offensive odor
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
reek
γ΄ ενικό πρόσωπο
reeks
ενεστώτα μετοχή
reeking
απλός αόριστος
reeked
παθητική μετοχή
reeked
Παραδείγματα
The stagnant water in the pond began to reek after days of no movement.
Το νερό που στάζει στη λίμνη άρχισε να βρωμά μετά από μέρες χωρίς κίνηση.
02
βρομάω, εκπέμπω
to be indicative of an unpleasant quality
Intransitive: to reek of an unpleasant quality
Παραδείγματα
The politician's sudden change of stance on the issue reeked of insincerity and opportunism.
Η ξαφνική αλλαγή στάσης του πολιτικού για το θέμα μύριζε αναληθή και ευκαιριακότητα.
03
εκπέμπω καπνό, καπνίζω
to emit smoke or fumes
Intransitive
Παραδείγματα
The chimney of the old house began to reek as the fire crackled inside.
Η καμινάδα του παλιού σπιτιού άρχισε να καπνίζει καθώς η φωτιά τρίζει μέσα.
Reek
01
δυσωδία, βρόμα
a distinctive odor that is offensively unpleasant
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reeks
Λεξικό Δέντρο
reeking
reek



























