Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Redness
01
ερυθρότητα, κόκκινο χρώμα
the quality of having a red or somewhat red color
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
ερύθημα, φλεγμονή
a response of body tissues to injury or irritation; characterized by pain and swelling and redness and heat
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
redness
red



























