barefoot
bare
ˈbeə
be
foot
fʊt
foot

Ορισμός και σημασία του "barefoot"στα αγγλικά

01

ξυπόλυτος, χωρίς παπούτσια

not wearing anything on the feet 
barefoot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The barefoot child tiptoed through the garden, trying not to wake the dog. 

Το ξυπόλητο παιδί περπάτησε στις μύτες των ποδιών μέσα από τον κήπο, προσπαθώντας να μην ξυπνήσει το σκύλο.

02

χωρίς αλυσίδες, μη εξοπλισμένο με αλυσίδες

(of a vehicle) not equipped with snow chains on icy or snowy roads 
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Driving a barefoot vehicle up that mountain road is asking for trouble. 

Το να οδηγείς ένα ανορθόδοξο όχημα σε εκείνο το ορεινό δρόμο είναι να ζητάς μπελάδες.

01

ξυπόλυτος, χωρίς παπούτσια

in a manner that involves having no shoes, socks, or other covering on the feet 
barefoot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She strolled barefoot along the beach, leaving footprints in the sand. 

Περπατούσε ξυπόλυτη κατά μήκος της παραλίας, αφήνοντας πατημασιές στην άμμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store