Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bare-ass
01
γυμνός, χωρίς ρούχα
(used informally) completely unclothed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bare-ass
συγκριτικός βαθμός
more bare-ass
διαβαθμίσιμο



























