Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rectangle
01
ορθογώνιο, ορθογώνιο σχήμα
(geometry) a flat shape with four right angles, especially one with opposing sides that are equal and parallel to each other
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rectangles
Παραδείγματα
The artist used rectangles in her painting to create a sense of balance.
Η καλλιτέχνης χρησιμοποίησε ορθογώνια στη ζωγραφική της για να δημιουργήσει μια αίσθηση ισορροπίας.



























