rectangle
rec
ˈrɛk
ρεκ
tan
tæn
ταιν
gle
gəl
γκαλ
/ɹˈɛktæŋɡə‍l/

Ορισμός και σημασία του "rectangle"στα αγγλικά

01

ορθογώνιο, ορθογώνιο σχήμα

(geometry) a flat shape with four right angles, especially one with opposing sides that are equal and parallel to each other
rectangle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rectangles
Παραδείγματα
The artist used rectangles in her painting to create a sense of balance.
Η καλλιτέχνης χρησιμοποίησε ορθογώνια στη ζωγραφική της για να δημιουργήσει μια αίσθηση ισορροπίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store