Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to recrudesce
01
επαναλαμβάνομαι, ξαναζωντανεύω
(of an unpleasant or dangerous thing) to become active again after being inactive for a period of time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
recrudesce
γ΄ ενικό πρόσωπο
recrudesces
ενεστώτα μετοχή
recrudescing
απλός αόριστος
recrudesced
παθητική μετοχή
recrudesced
Παραδείγματα
The conflict between the two countries seemed to recrudesce, despite previous peace agreements.
Η σύγκρουση μεταξύ των δύο χωρών φαινόταν να επανεξαρθρώνεται, παρά τις προηγούμενες ειρηνευτικές συμφωνίες.
02
ξανανοίγω, γίνομαι ωμός
become raw or open
Λεξικό Δέντρο
recrudescence
recrudescent
recrudesce



























