Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to recollect
01
θυμάμαι, αναπολώ
to bring to mind past memories or experiences
Transitive: to recollect memories or events
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
recollect
γ΄ ενικό πρόσωπο
recollects
ενεστώτα μετοχή
recollecting
απλός αόριστος
recollected
παθητική μετοχή
recollected
Παραδείγματα
The author's memoir helped readers recollect the historical events of that era.
Οι απομνημονεύσεις του συγγραφέα βοήθησαν τους αναγνώστες να θυμηθούν τα ιστορικά γεγονότα της εποχής εκείνης.
Λεξικό Δέντρο
recollect
collect



























