Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to recollect
01
θυμάμαι, αναπολώ
to bring to mind past memories or experiences
Transitive: to recollect memories or events
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
recollect
γ΄ ενικό πρόσωπο
recollects
ενεστώτα μετοχή
recollecting
απλός αόριστος
recollected
παθητική μετοχή
recollected
Παραδείγματα
Upon hearing the familiar tune, they both recollected the song that played at their wedding.
Ακούγοντας τη γνωστή μελωδία, και οι δύο θυμήθηκαν το τραγούδι που παίχτηκε στο γάμο τους.
Λεξικό Δέντρο
recollect
collect



























