Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reclaim
01
ανακτώ, επανδιεκδικώ
to get back something that has been lost, taken away, etc.
Transitive: to reclaim sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reclaim
γ΄ ενικό πρόσωπο
reclaims
ενεστώτα μετοχή
reclaiming
απλός αόριστος
reclaimed
παθητική μετοχή
reclaimed
Παραδείγματα
After years of legal battles, she finally reclaimed her family's ancestral land.
Μετά από χρόνια νομικών μαχών, επανέκτησε επιτέλους την πατρογονική γη της οικογένειάς της.
02
ανακτώ, ανακυκλώνω
to recycle and obtain useful material from waste
Transitive: to reclaim recyclable waste
Παραδείγματα
The company reclaimed plastic bottles from landfills and turned them into new packaging materials.
Η εταιρεία ανακύκλωσε πλαστικά μπουκάλια από χώρες υγειονομικής ταφής και τα μετέτρεψε σε νέα υλικά συσκευασίας.
03
εξημερώνω, εκπαιδεύω
to train or domesticate a wild or unruly animal
Transitive: to reclaim an animal
Παραδείγματα
The experienced horse trainer worked tirelessly to reclaim the wild mustang.
Ο έμπειρος εκπαιδευτής αλόγων εργάστηκε ακούραστα για να εξημερώσει το άγριο μουστάνγκ.
04
ανακτώ, αποκαθιστώ
to help someone overcome negative behaviors or habits
Transitive: to reclaim sb
Παραδείγματα
The mentorship program aims to reclaim troubled youth from a life of crime.
Το πρόγραμμα καθοδήγησης στοχεύει να ανακτήσει τα προβληματικά νέα άτομα από μια ζωή εγκλημάτων.
05
ανακτώ, αποκαθιστώ
to restore waste land for agricultural or other productive purposes
Transitive: to reclaim land
Παραδείγματα
The farmers reclaimed the marshlands by draining them and converting them into fertile fields.
Οι αγρότες αποκατέστησαν τις έλες αποστραγγίζοντάς τις και μετατρέποντάς τες σε γόνιμα χωράφια.
Λεξικό Δέντρο
reclaimable
reclaimed
reclaim
claim



























