Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Reckoning
01
υπολογισμός, καταμέτρηση
the action of calculating, counting, or estimating something
Παραδείγματα
The reckoning of the stars was essential for ancient navigation.
Ο υπολογισμός των αστεριών ήταν απαραίτητος για την αρχαία ναυσιπλοΐα.
02
υπολογισμός, αξιολόγηση
problem solving that involves numbers or quantities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reckonings
03
λογαριασμός, τιμολόγιο
a bill for an amount due
Λεξικό Δέντρο
misreckoning
overreckoning
underreckoning
reckoning
reckon



























