Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Reckoning
01
υπολογισμός, καταμέτρηση
the action of calculating, counting, or estimating something
Παραδείγματα
The final reckoning of the votes took several hours.
Η τελική καταμέτρηση των ψήφων διήρκεσε αρκετές ώρες.
02
υπολογισμός, αξιολόγηση
problem solving that involves numbers or quantities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
reckonings
03
λογαριασμός, τιμολόγιο
a bill for an amount due
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
misreckoning
overreckoning
underreckoning
reckoning
reckon



























