Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to recite
01
απαγγέλλω, αναφέρω από μνήμης
to say something from memory, such as a poem or speech
Transitive: to recite a speech or poem
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
recite
γ΄ ενικό πρόσωπο
recites
ενεστώτα μετοχή
reciting
απλός αόριστος
recited
παθητική μετοχή
recited
Παραδείγματα
The student recites the multiplication table in class.
Ο μαθητής απαγγέλλει τον πίνακα πολλαπλασιασμού στην τάξη.
02
απαγγέλλω, αναφέρω
to orally present learned material to an instructor
Transitive: to recite learned material
Παραδείγματα
As part of the math exam, the students were required to recite the steps of a mathematical proof for the teacher.
Ως μέρος της εξέτασης στα μαθηματικά, οι μαθητές κλήθηκαν να απαγγείλουν τα βήματα μιας μαθηματικής απόδειξης στον δάσκαλο.
03
απαγγέλλω, αφηγούμαι
to narrate or recount a story, event, or information in full detail
Transitive: to recite a story or information
Παραδείγματα
She recited the story of her adventurous journey through the mountains.
Αυτή αφηγήθηκε την ιστορία της περιπετειώδους διαδρομής της μέσα από τα βουνά.
04
απαγγέλλω, επαναλαμβάνω
to repeat information in a structured or ordered manner
Transitive: to recite information
Παραδείγματα
The student confidently recited the key dates and events during the history exam.
Ο μαθητής απαγγέλθηκε με σιγουριά τις σημαντικές ημερομηνίες και γεγονότα κατά τη διάρκεια της ιστορικής εξέτασης.
Λεξικό Δέντρο
recitative
reciter
recite



























