rechargeable
rechargeable
rɪtʃɑ:dʒəbəl
ritshaadzhēbēl
chargeable

Ορισμός και σημασία του "rechargeable"στα αγγλικά

rechargeable
01

επαναφορτιζόμενος, με δυνατότητα επαναφόρτισης

(of a battery or device) capable of being supplied with electrical power again 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rechargeable
συγκριτικός βαθμός
more rechargeable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
technology, energy, devices
Παραδείγματα
The flashlight runs on rechargeable batteries. 

Ο φακός λειτουργεί με ανακυκλώσιμες μπαταρίες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

rechargeable
chargeable
charge
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store