Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rechargeable
01
επαναφορτιζόμενος, με δυνατότητα επαναφόρτισης
(of a battery or device) capable of being supplied with electrical power again
Παραδείγματα
His bike lights are rechargeable via a USB cable.
Τα φώτα του ποδηλάτου του είναι επαναφορτιζόμενα μέσω καλωδίου USB.
Λεξικό Δέντρο
rechargeable
chargeable
charge



























