receivable
re
ρι
cei
ˈsi:
σι
vable
vəbl
βαμπλ
believableachievableconceivableunbelievable

Ορισμός και σημασία του "receivable"στα αγγλικά

receivable
01

εισπρακτέο, σε αναμονή πληρωμής

awaiting payment 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
finance, accounting, business

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

receivable
receive
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store