Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
receivable
01
εισπρακτέο, σε αναμονή πληρωμής
awaiting payment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
finance, accounting, business
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
receivable
receive



























