Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to recap
01
περιγράφω συνοπτικά, κάνω μια ανασκόπηση
to give a brief summary, especially by reviewing key points or events
Transitive: to recap a story or information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
recap
γ΄ ενικό πρόσωπο
recaps
ενεστώτα μετοχή
recapping
απλός αόριστος
recapped
παθητική μετοχή
recapped
Παραδείγματα
The presenter recapped the major milestones achieved during the project's timeline.
Ο παρουσιαστής συνόψισε τα σημαντικά ορόσημα που επιτεύχθηκαν κατά τη διάρκεια του χρονοδιαγράμματος του έργου.
Recap
01
ανακατασκευασμένο ελαστικό, ανανεωμένο ελαστικό
a used automobile tire that has been remolded to give it new treads
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
recaps
02
περίληψη, επανάληψη
a summary at the end that repeats the substance of a longer discussion



























