Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reappear
01
εμφανίζομαι ξανά, επανεμφανίζομαι
to show up again or become visible once more after being absent or unseen for a period of time
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
reappear
γ΄ ενικό πρόσωπο
reappears
ενεστώτα μετοχή
reappearing
απλός αόριστος
reappeared
παθητική μετοχή
reappeared
Παραδείγματα
The magician reappeared on stage after his disappearing act.
Ο μάγος εμφανίστηκε ξανά στη σκηνή μετά την πράξη εξαφάνισής του.
Λεξικό Δέντρο
reappear
appear



























